Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

καρπάλιμος,ον

ταχύς, ἐπίθ. τῶν ποδῶν' ἐπίρ., καρπαλίμως=ταχέως.

Δεν υπάρχουν σχόλια: