Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

ὀιζυρός, ά, όν

(ὀιζύς)' ἐπὶ προσ., ἄθλιος, ἀξιολύπητος, ἐλεεινός, ταλαίπωρος, βασανισμένος | ἐπί πραγμ., κοπιώδης, κοπιαστικός, ἐπίμοχθος, ὀδυνηρός

Δεν υπάρχουν σχόλια: