Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

ἀποπαύω

(ἀπό + παύω) παύω, σταματῶ, ἐμποδίζω ἀπό…' τούς μέν… εἴασαν, ἐπεὶ πολέμου ἀπέπαυσαν Ἰλ. Λ. 323 || μετ’ ἀπαρ., ἐμποδίζω ἀπὸ τοῦ νὰ πράξει τίς τι || μετὰ μόνης αἰτ., παύω τι, ἀναχαιτίζω' νὺξ ἀπέπαυσε… Πηλεΐωνα Ἰλ. Σ. 267

ΙΙ. μέσ. καὶ παθ., ἀφήνω τι, παύομαι ποιῶν τι || μετὰ γεν., πολέμου δ’ ἀποπαύεο πάμπαν Ἰλ. Α. 422 || ἀπολ. ἀφήνω ἐντελῶς, ἐγκαταλείπω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: