Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

γουνάζομαι

ἀποθ., ἐπ. ῥῆμα, (γόνυ)' ἅπτομαι τῶν γονάτων τινός, πιάνω τὰ γόνατά του, καὶ ἑπομένως, ἱκετεύω, δέομαι, παρακαλῶ, ἀπολ., Ἰλ. Λ. 130 || μετ᾿ ἀπαρεμφ., τῶν ὕπερ... γουνάζομαι οὐ παρεόντων ἑστάμεναι κρατερῶς=ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων... σᾶς ἱκετεύω, τηρήσατε τὰς θέσεις σας ἰσχυρῶς, Ο. 665.

Δεν υπάρχουν σχόλια: