Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Αἰθίοψ

θηλ. Αἰθιοπίς, (αἴθω + ὄψ)' κυρίως, ὁ ἔχων κεκαυμένον τὸ πρόσωπον= μαῦρος || ἐν τῇ κυριολεκτ. σημασίᾳ ὡς τὸ αἶθοψ=ἡλιοκαής.

ΙΙ. ἐπίθ., Αἰθιοπικός, Ἀφρικανός: - Αἰθιοπὶς γλῶσσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: